[§1] Σε ορισμένες εποχές και σε ορισμένους τόπους έχει οπωσδήποτε νόημα, πνευματικό, πολιτικό και κοινωνικό, η απαίτηση ή και η έκκληση «να μιλήσουν οι διανοούμενοι», η οποία ακούγεται συνήθως με μορφή επιτακτικού, αν όχι επιτιμητικού ερωτήματος: «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;». Όχι μόνον όταν τα σκιάζει όλα η φοβέρα, όταν τυραννικά καθεστώτα οποιασδήποτε μορφής επιβάλλουν το φίμωτρό τους, αλλά και όταν δεσπόζει η σύγχυση και η θολούρα σε αισθήματα και σκέψεις, όταν η κατάθλιψη τείνει να γίνει πανεθνικό γνώρισμα, τότε όσοι συμβατικά αποκαλούνται «πνευματικοί άνθρωποι» ή «διανοούμενοι» (ούτε αυτός ο όρος έχει την ίδια σημασία για όλους) οφείλουν να βγουν από τον χρυσελεφάντινο πύργο που τους αποδίδει σαν ιδιοκτησία ένα στεριωμένος μύθος και να μιλήσουν. Να αναλάβουν, πλην της ευθύνης του καλλιτέχνη, και την ευθύνη του πολίτη. Να ρισκάρουν.

[§2] Όχι για να καθοδηγήσουν αφ’ υψηλού, τάχα σαν αυθεντίες και γνώστες των μυστικών της ιστορίας. Όχι σαν ποιμένες που -των αδυνάτων αδύνατο- μένουν αδιάβροχοι στα πάθη, στις πολιτικές ιδέες, στις ιδεολογικές συγκρούσεις. Αλλά σαν πολίτες που κάποια στιγμή έτυχε ν’ ακούσουν ή να διαβάσουν τον θουκυδίδειο Επιτάφιο («τον μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν»), ή έτυχε να πέσει στην αντίληψή τους και να γραφτεί στη μνήμη τους σαν επιταγή «ο πιο πρωτότυπος και παράξενος νόμος» του Σόλωνα: «να χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα όποιος προτιμά να μένει ουδέτερος ενώ έχουν ξεσπάσει εμφύλιες ταραχές» («των δ’ άλλων αυτού νόμον ίδιος μεν μάλιστα και παράδοξος ο κελεύων άτιμον είναι τον εν στάσει μηδετέρας μερίδος γενόμενον»).

[§3] Η συμφωνία για το ποιοι είναι οι διανοούμενοι, άρα και πόσοι είναι, δεν ήταν ποτέ εύκολη. Θα ήταν πάντως άστοχο και υπερβολικό, αν λέγαμε πως είναι διανοητές όλοι μα όλοι οι γραφιάδες, όλοι οι λογοτέχνες, όλοι οι εικαστικοί, οι μουσικοσυνθέτες, οι άνθρωποι του θεάτρου και του κινηματογράφου, των τεχνών εν γένει, και μαζί τους όλοι οι πανεπιστημιακοί και οι Αθάνατοι της Ακαδημίας. Τόσο υπερβολικό και άστοχο όσο και το να πιστεύουμε ότι όλοι οι διανοούμενοι είναι οπαδοί της ίδιας (πολιτικής ή ιδεολογικής) θρησκείας, έχουν την ίδια γνώμη για τα πράγματα, την ίδια αντίληψη για τον κόσμο. Ποτέ δεν ίσχυσε κάτι τέτοιο. Και ποτέ δε θα ισχύσει. Ευτυχώς. Γιατί το πνεύμα λιμνάζει δίχως σύγκρουση. Και οι διανοούμενοι που έχουν να επιδείξουν μόνο ακράδαντες σιγουριές και δε χαλαλίζουν ούτε μία λέξη στην αυτοκριτική και την αμφισβήτηση των δογμάτων τους, καθώς και όσοι καταντούν κόλακες της κάθε εξουσίας και υπηρέτες της, παύουν απλώς να αξίζουν τον τίτλο του διανοούμενου, όσο χαλαρά κι αν τον ορίσουμε.

[§4] Δύσκολη όμως φαίνεται πως είναι και η συμφωνία ως προς το αν όντως σιωπούν οι διανοούμενοι (από δειλία, ιδιοτέλεια ή αδιαφορία για τα κοινά) ή όχι. Προσωπική μου γνώμη, που την έχω διατυπώσει ξανά, είναι πως όχι μόνο δε σιωπούν, αλλά, χάρη και στη διεύρυνση της επικράτειας των Μέσων και την εμφάνιση νέων τρόπων ανακοίνωσης και μετάδοσης της γνώμης (το ίντερνετ, που διαθέτει στον καθέναν όσα «μετερίζια» ορέγεται, επώνυμα ή ψευδώνυμα), μάλλον για πολυλογία θα μπορούσαμε να μιλήσουμε παρά για σιωπή. Αρθρογραφούν, δίνουν συνεντεύξεις (αφού η αίγλη τους διατηρείται), μετέχουν σε ημερίδες και συνέδρια, αλλά και σε τηλεοπτικά πάνελ (όπου συνήθως προσκαλούνται σαν κάτι το εξωτικό, για να προσθέσουν το όποιο κύρος τους), πολιτεύονται όχι μόνο με τα γραπτά τους αλλά συμμετέχοντας και σε κομματικά ψηφοδέλτια, διαθέτουν ιστοσελίδες, τουίτερ, φέισμπουκ κτλ., προσθέτουν κάθε τόσο την υπογραφή τους κάτω από μανιφέστα, καθώς και κάτω από κείμενα διαμαρτυρίας ή συμπαράστασης σε διωκομένους.

[§5] Μιλάνε, αλλά επειδή, όπως είναι λογικό, όσα λένε δε συμφωνούν ούτε μεταξύ τους ούτε βέβαια με όσα έχουμε εμείς στην κεφαλή μας, με όσα δηλαδή θα θέλαμε να πούνε ώστε να τους χειροκροτήσουμε, επιμένουμε να ισχυριζόμαστε ότι κωφεύουν και δεν απαντούν, ότι ναρκισσεύονται και δε μετέχουν, ότι αδρανούν και δεν παρεμβαίνουν. Αλλά η συμμετοχή τους, για να έχει νόημα, πρέπει να γίνεται με τους δικούς τους όρους και όχι με τους δικούς μας. Να λένε δηλαδή ό,τι έχουν να πουν, όσο ενοχλητικό κι αν είναι για τα κλισέ μας. Και να κρίνονται για ό,τι λένε, με κριτήριο δηλαδή το αν τα λεγόμενά τους έχουν συνοχή και καθαρότητα, θάρρος και μέτρο, ευθύτητα και ειλικρίνεια, και όχι με κριτήριο το πόσο συμφωνούν με όσα θα θέλαμε εμείς να τους υπαγορεύσουμε, σαν αθέατοι υποβολείς.

Μπουκάλας, Π. (2023, 20 Οκτωβρίου). Και πάλι για τη «σιωπή των διανοουμένων». Η Καθημερινή.