Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομιλίας του Γάλλου φιλοσόφου και συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) κατά τη διάρκεια της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957.

[§1] Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να ζήσω χωρίς την τέχνη μου. Αλλά ουδέποτε την έβαλα πάνω απ’ όλα. Αντιθέτως, μου είναι απαραίτητη γιατί συνυπάρχει με τον καθένα και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους. Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για τους κοινούς πόνους και τις χαρές. Εξαναγκάζει, λοιπόν, τον καλλιτέχνη να μην απομονωθεί και του επιβάλλει την πιο ταπεινή και οικουμενική αλήθεια. Και αυτός που συχνά επιλέγει τη μοίρα του καλλιτέχνη επειδή αισθάνεται διαφορετικός, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι δε θα τονώσει την τέχνη και τη διαφορετικότητά του παρά μόνον αποδεχόμενος την ομοιότητά του με όλο τον κόσμο. Ο καλλιτέχνης διαπλάθεται μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πηγαινέλα από το εγώ του στους άλλους, στο μεταίχμιο μεταξύ της αναγκαίας γι’ αυτόν ομορφιάς και της κοινότητας από την οποία αδυνατεί να αποσπαστεί. Γι’ αυτό τον λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε και υποχρεώνουν εαυτούς να κατανοούν αντί να κρίνουν. Κι αν πρέπει να πάρουν το μέρος κάποιου σε αυτόν τον κόσμο, δεν μπορούν παρά να ταχθούν υπέρ μιας κοινωνίας όπου, σύμφωνα με την ιστορική ρήση του Νίτσε, δε θα κυριαρχεί πλέον ο κριτής αλλά ο δημιουργός, είτε είναι εργάτης είτε διανοούμενος.

[§2] Κατά τον ίδιο τρόπο, ο ρόλος του συγγραφέα συνδέεται μ’ ένα δύσκολο καθήκον. Εξ ορισμού, ο συγγραφέας δεν μπορεί να ταχθεί σήμερα στην υπηρεσία όσων φτιάχνουν την Ιστορία· υπηρετεί αυτούς που την υφίστανται. Διαφορετικά, θα βρεθεί μόνος και χωρίς την τέχνη του. Όλες οι στρατιές των τυράννων με τις χιλιάδες άνδρες τους δε θα τον αποσπάσουν ποτέ από τη μοναξιά του, ακόμη και εάν -κυρίως τότε- δεχτεί να συμπορευτεί. Αρκεί, όμως, η σιωπή ενός άγνωστου φυλακισμένου, εγκαταλελειμμένου, που ταπεινώνεται στην άλλη άκρη της γης, για να ανασύρει τον συγγραφέα από την εξορία του, κάθε φορά που καταφέρνει, τουλάχιστον, να μη λησμονήσει αυτή τη σιωπή μες στα προνόμια της δικής του ελευθερίας και να την κάνει να αντηχήσει μέσω της τέχνης του.