Το άρθρο δημοσιεύτηκε από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 6 Απριλίου 2020.
[§1] Το διάβασμα είναι μία από τις πιο μοναχικές τέχνες, προσωπικά το θεωρώ μία δημιουργική ενασχόληση. Να μπορείς να συγκεντρώνεσαι πάνω σε ένα κείμενο, να το αφουγκράζεσαι αλλά και να το κάνεις δικό σου. Η προσωπική ανάγνωση απαιτεί συνήθως μια εσωτερική απομόνωση και όχι να σου επιβάλλεται εξωτερικά.
[§2] Φαντάζομαι σε ένα κελί ή σε ένα καταφύγιο, μαζί με άλλους, δεν δραπετεύεις πάντα με ένα βιβλίο. Έφηβος, όταν αρρώσταινα, καθόμουν στο σπίτι και αποτελείωνα ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, μάλιστα μια φορά «ανέβασα πυρετό» παραπάνω για να τελειώσω το «Ανθρώπινο κτήνος» του Ζολά – το θυμάμαι ακόμη.
[§3] Και να που βρέθηκε χρόνος για διάβασμα τις μέρες αυτές, χρόνος πολύς, χρόνος που μας επιβλήθηκε. Ως μοναχικός χαρακτήρας το αποδέχθηκα σαν μια προέκταση της μέχρι τώρα ζωής μου. Στα κοινωνικά δίκτυα πολλοί αναφέρουν ότι δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε ένα βιβλίο, κάποιοι το έχουν ρίξει στο ψυχαναγκαστικό διάβασμα όσων βιβλίων είχαν παραμερίσει τις ανέμελες μέρες.
[§4] Για εμένα, που το διάβασμα ήταν μια καθημερινότητα, εξακολουθεί να παραμένει αλλά οι περιστάσεις το καθιστούν ακόμη πιο αδέσμευτο. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει καμιά σιγουριά για το αύριο, αποδεσμεύθηκα από κάθε «υποχρεωτικό» διάβασμα, που οφειλόταν σε κάποιες κοινωνικές υποχρεώσεις όπως να διαβάσεις πρώτα, πριν πας σε κάποια εκδήλωση ή επειδή κάποιο βιβλίο συζητιέται στους βιβλιόφιλους κύκλους. Θα διαβαστούν κάποια στιγμή, αργότερα.
[§5] Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αναζητώ την ουσία της ανάγνωσης γιατί ο χρόνος από τη μια φαντάζει άπλετος, από την άλλη όμως αβέβαιος. Αυτή η ουσιαστική ανάγνωση δεν έχει ανάγκη καμιάς επίδειξης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν ασκώ πρωταθλητισμό ανάγνωσης ούτε τον σνομπισμό του εκλεκτού αναγνώστη. Επανέρχομαι στην εφηβεία μου, χάνομαι μέσα στο κείμενο και ας είναι ό,τι θέλει. Περιφέρομαι στις βιβλιοθήκες μου, κατεβάζω τόμους, ένα διήγημα από δω, μία σελίδα από εκεί, ένα ποίημα κάθε τόσο.
[§6] Κρατώντας το βιβλίο στο χέρι αισθάνομαι μια τρυφερότητα, μια σιγουριά, λες και εγείρονται οι συγγραφείς και συνομιλούν μαζί μου. Δεν βιάζομαι να αποτελειώσω πολλά βιβλία, οι ώρες του διαβάσματος είναι διάσπαρτες σε όλη τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας που τείνουν να ενοποιηθούν σε έναν αλλόκοτο χωροχρόνο.
[§7] Αφοσιώνομαι στο κείμενο, γιατί εκεί έξω δεν με περιμένει κανείς, είναι όλα κλειστά, ακόμη και τα βιβλιοπωλεία που σύχναζα, αντλώ δύναμη και μια –ίσως φαινομενική– αυτάρκεια απαραίτητη στο παράλογο των ημερών. Αν στην εφηβεία μου έκλεβα χρόνο για διάβασμα, τώρα –τι ειρωνεία!– ο χρόνος αυτός ξανακερδίζεται αλλά μέσα σε τόσο δυσοίωνες συνθήκες.
[§8] Διαβάζοντας ηρεμώ και όταν αφήσω το βιβλίο στην άκρη (γιατί μου αρέσει να σκορπίζω τα βιβλία σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού), οραματίζομαι ότι μπορεί να επιβιώσουμε ως ήρωες μιας εποχής. Και ότι ήδη είμαστε μέσα σε δυστοπικό αφήγημα που θα επιβιώσει για τις επόμενες γενιές.
[§9] Τις μέρες της απομόνωσης δεν είμαι μόνος, ταξιδεύουν πολλοί μαζί μου, βρίσκομαι στο τρένο με τους ήρωες του Μοπασάν, ξαφνικά επιστρέφω με τον Ιζό στο λιμάνι της Μασσαλίας και ύστερα στο Βερολίνο του μεσοπολέμου με τον Ίσεργουντ, στον φάρο με τη Βιρτζίνια Γουλφ, στις στέπες του Τσέχοφ, στις δυστοπίες του Μπόρχες, στην Ομόνοια του Γιώργου Ιωάννου, στις πολιτείες του Τσίρκα, στις λεκτικές επικράτειες του Χειμωνά. Βρίσκομαι παντού. […]
[§10] Και να η θαυματουργή ίαση της λογοτεχνίας. Τέτοια κείμενα έρχονται και γιατρεύουν τη ψυχή, χαμένοι και σωσμένοι χαρακτήρες σε παρασύρουν με τις ιστορίες τους. […] Γιατί η λογοτεχνία είναι αμόλυντη, κανένας ιός δεν θα τη μεταλλάξει, θα είναι πάντα εκεί και τα λογοτεχνικά αντισώματα θα μεταμορφώνουν τις ψυχές μας και θα μας οπλίζουν με κουράγιο.