[§1] Τέχνη είναι η αποκάλυψη και έκφραση του ωραίου. Από τον ορισμό, επομένως, προκύπτει πως πρωταρχικός σκοπός της τέχνης είναι να υπηρετεί το κάλλος, την ομορφιά, «υπακούοντας» στις αισθητικές επιταγές. Έχει μάλιστα λεχθεί ότι, όσο περισσότερο απομακρύνεται η τέχνη από τον σκοπό αυτό και υποτάσσεται σε άλλους δευτερογενείς, τόσο περισσότερο νοθεύεται, τόσο μικρότερη αξία έχει. Πώς μπορεί, λοιπόν, η τέχνη να διδάσκει και να μορφώνει, χωρίς να πάψει να είναι τέχνη; Ή, με άλλα λόγια, είναι δυνατό να έχει ένα έργο τέχνης αξία, αν υποτάσσει την καλλιτεχνική του αυτοτέλεια στην παιδαγωγική σκοπιμότητα;
[§2] Το διδακτικό περιεχόμενο της τέχνης και η μετάδοσή του διαφέρει από αυτό της επιστήμης. Η επιστήμη μας βοηθά να κατανοήσουμε τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, να γνωρίσουμε την αιτιώδη σχέση τους, να τα αναγάγουμε σε έννοιες, να τις οργανώσουμε με τη βοήθεια της λογικής και να δώσουμε στο συγκεκριμένο ισχύ νόμου. Η τέχνη, αντίθετα, συλλαμβάνει το ατομικό, το στιγμιαίο, το μοναδικό και το ανεπανάληπτο και το μετουσιώνει σε έργο, όπου το αποκρυστάλλωμα της στιγμής, η αναπαράστασή της, γίνεται δεσμός της ατομικής με την καθολική εμπειρία και σύμβολο αιώνιο.
[§3] Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η μορφωτική επίδραση της τέχνης. Το έργο τέχνης συλλαμβάνει την ενότητα του «πάντα» μέσα στο «τώρα» και μονάχα έτσι μπορεί να σταθεί και να επιζήσει. Αλλιώς, αν σταθεί μονάχα στη συγκεκριμένη στιγμή, όπως τη συλλαμβάνει η εμπειρία, θα σβήσει μόλις περάσει η επικαιρότητα. Αυτή, λοιπόν, η αναγωγή σχετικά με τον χρόνο ανοίγει ανάλογους ορίζοντες που μας λυτρώνουν από την κατάθλιψη του πεπερασμένου ατομικού εαυτού μας.
[§4] Με την τέχνη, πάλι, εκφράζονται ψυχικές καταστάσεις που, παρά τον στενό ατομικό, προσωπικό χαρακτήρα, αντιπροσωπεύουν βασικά ανθρώπινα συναισθήματα. Γι’ αυτό η ευαισθησία και η φωνή ενός ανθρώπου -του καλλιτέχνη- όσο κι αν είναι παράξενη, ιδιότυπη και ίσως κάπως έξω από το κοινό έδαφος, δεν παύει με όλα τούτα να είναι η ανθρώπινη φωνή, η δική μας και όλων των ανθρώπων. Συχνά κάτω από την πιο οξεία προσωπική απόκλιση διακρίνεται πολύ καθαρή και έντονη η κοινή φύση και μοίρα.
[§5] Η αίσθηση του ωραίου συνοδεύεται και από αισθήματα αγαλλίασης και συγκίνησης. Με τα συναισθήματα αυτά εξευγενίζεται ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου και, γενικότερα, καλλιεργείται η προσωπικότητά του. Η έκσταση, που προκαλεί η μέθεξη με την «ποιητική» πραγματικότητα που δημιουργεί η έμπνευση του καλλιτέχνη, δε συνοδεύεται μόνο από συναισθήματα που εξαγνίζουν την ψυχή του, αλλά και από προβληματισμούς για τη ζωή και τις αξίες της. Έτσι, η ψυχαγωγία που προσφέρει η τέχνη, λυτρώνει, καθαίρει τον άνθρωπο και τον κάνει καλύτερο.
[§6] Τέλος, για να έχουμε ολοκληρωμένη αντίληψη για τη μορφωτική αξία της τέχνης, πρέπει να αναφέρουμε πως η αισθητική αγωγή καλλιεργεί τα αισθητικά κριτήρια του ανθρώπου και τον κάνει καλαίσθητο. Αναπτύσσει τη φαντασία και την παρατηρητικότητά του, τον διδάσκει να εκτιμά την τάξη, τον ρυθμό, την αρμονία και τη συμμετρία, να αναγνωρίζει την αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και να τη σέβεται. Και το μάθημα αυτό είναι πολύ σπουδαίο, αν λάβουμε υπόψη μας την ακαταστασία και τη σύγχυση που επικρατεί στην εποχή μας.
[§7] Η παιδεία μας, λοιπόν, έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στη διανοητική καλλιέργεια και σωστά, γιατί εκεί βλέπει την κορυφή της προσωπικότητας. Ωστόσο, κανείς πάλι δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η κορυφή αυτή χρειάζεται να στέκει επάνω σε μια πλούσια και αρμονικά οργανωμένη βάση, αλλιώς η διανοητική και πνευματική ζωή μπορεί να καταντήσει ανεδαφική, αν δεν έχει ρίζες μέσα σε μια ανάλογη συναισθηματική και βουλητική ολοκλήρωση που προσφέρει, μεταξύ άλλων, η τέχνη.
Παπανούτσος, Ε.Π. (2002). Επίκαιρα και ανεπίκαιρα. Αθήνα: Νόηση