[§1] Πρόσφατα ένα δημοσίευμα σε ιταλική εφημερίδα έφερε ξανά στο φως, με έναν απροσδόκητο τρόπο, το πρόβλημα των ηλικιωμένων στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Κάποιος μοναχικός συνταξιούχος δάσκαλος ζητούσε με αγγελία του να υιοθετηθεί από οικογένεια που θα ενδιαφερόταν να αξιοποιήσει τα προσόντα του. Θα μπορούσε να συμβάλει στη μόρφωση των παιδιών ή των εγγονιών, και γενικά, όπως ο ίδιος έγραφε, να είναι «κοινωνικά χρήσιμος».

[§2] Ανεξάρτητα από το τι ανταπόκριση βρήκε η συγκεκριμένη έκκληση, το βέβαιο είναι ότι σήμερα η χρησιμότητα της τρίτης ηλικίας αμφισβητείται χωρίς περιστροφές. Αν κάποιος άνω των 65 ετών ζητήσει να προσφέρει τις γνώσεις του, το πιο πιθανό είναι ότι η προσφορά του δε θα βρει αποδέκτη. Οι γνώσεις αυξάνονται, εξειδικεύονται, τρέχουν πολύ γρήγορα, για να τις προλάβει κάποιος με μειωμένη αντοχή στις κούρσες.

[§3] Αυτό θα του απαντήσει η αγορά, το ίδιο θα πει και η οικογένεια. Όταν υπάρχουν τόσο ειδικοί φροντιστές και σύμβουλοι, οι γονείς βρίσκουν πως δεν τίθεται θέμα να απευθυνθούν σε ένα νέο είδος κατ’ οίκον παιδαγωγών. Αφού λοιπόν ως προς τις τρέχουσες εκπαιδευτικές ή και επαγγελματικές ανάγκες ο ηλικιωμένος υστερεί, σε τι θα μπορούσε να είναι ωφέλιμος; Στη μετάδοση της πείρας, προτείνει η απλή λογική.

[§4] Όμως αμέσως εδώ προκύπτουν νέα προβλήματα. Ένας άνθρωπος, που έχει δει κι έχει ζήσει πολλά, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα βρει απέναντί του αυτιά πρόθυμα να τον ακούσουν. Στην κοινωνία των ατομικών δικαιωμάτων και της ανεξαρτησίας της γνώμης, κάθε συμβουλή ή υπόδειξη μπορεί να εκληφθεί ως αθέμιτη παρέμβαση. Θίγονται τα προσωπικά δεδομένα, η μυγιάγγιχτη προσωπικότητα και του πιο ανερμάτιστου. Όποιος θελήσει να πει σε έναν άλλο (ακόμη κι αν αυτός είναι πολύ νεότερος) τι θα ήταν καλύτερο, κατά τη γνώμη του, να πράξει, κινδυνεύει να φανεί εξουσιαστικός. Συνεπώς ας κρατηθούν οι μεγάλες ηλικίες μακριά από τις μικρές.

[§5] Κατηγορηματική η δήλωση και ακλόνητη η πεποίθηση ότι το νεαρό άτομο πρέπει να δοκιμάζει τις δικές του δυνάμεις σε καθετί καινούργιο. Φυσικά, θα έχει κάποια ενημέρωση για το τι προηγήθηκε, αλλά δε θα καθορίσει αυτό την πορεία του. Παρακολουθώντας αυτή την πορεία, διαπιστώνουμε πολύ γρήγορα τα παράδοξά της. Με τα πρώτα εμπόδια γεννιούνται ανησυχίες. Μήπως μια αποτυχία στις εξετάσεις τσακίσει την αυτοπεποίθηση του εφήβου; Μήπως μια πρώιμη ερωτική ατυχία τού προκαλέσει ανεπανόρθωτο ψυχικό τραύμα; H αντίφαση είναι χτυπητή. Από τη μια, η οικογένεια και οι ειδήμονες ωθούν τους νέους στο πείραμα, στην αναζήτηση του «εαυτού» τους. Από την άλλη, τρομάζουν προκαταβολικά με το τσουρούφλισμα και το γρατσούνισμα που θα υποστεί μοιραία ο τρυφερός βλαστός.

[§6] Εκεί ακριβώς θα ήταν δυνατόν να βρεθεί μια θέση για την πείρα. Γιατί ο έμπειρος και μόνον αυτός, μπορεί να πει για το πόσο βαθιά είναι μια πληγή, για το πόσος χρόνος περνάει μέχρι να επουλωθεί. Παρ’ όλα αυτά, όσους έπαθαν και έμαθαν τους κρατάνε σε απόσταση. Εξαιτίας του φόβου των μεσόκοπων για τη φθορά, η γιαγιά και ο παππούς παρουσιάζονται στις νέες γενιές σαν φαντάσματα, ενώ είναι ακόμη ζωντανοί. Μην τους πλησιάζετε. Δεν έχουν να διηγηθούν παρά μόνο ιστορίες πολύ πραγματικές, για να είναι αληθινές. Είναι πλάσματα με παράξενες ιδιότητες. Μπορούν να συσχετίζουν γεγονότα, να συγκρίνουν συμπεριφορές, να προσαρμόζονται στις δυσκολίες και το πιο εξωφρενικό: διαθέτουν επιπλέον και υπομονή. Άχρηστο, πράγματι, υλικό η πείρα, ένα input που δεν ξέρεις τι output θα βγάλει. Ούτε στα video έχει εφαρμογή, ούτε στα CD, ούτε καν σε ένα μάθημα Αγωγής στα σχολεία.

 

Καραποστόλης, Β. (2019, 7 Σεπτεμβρίου). Μη σε τρομάζει η πείρα των παππούδων. SLPress.