Εισαγωγικό σημείωμα: Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 6 Μαρτίου 2009 από τον Γιώργο Γραμματικάκη (1939-2023), καθηγητή Φυσικής στο Πολυτεχνείο Κρήτης και συγγραφέα.
[§1] Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο διάλογος αποτελεί απαραίτητο στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η διαδικασία όμως και οι κανόνες του παραμένουν στον τόπο μας θολά. Γι’ αυτό η καταγραφή ορισμένων κατηγοριών διαλόγου, που επαναλαμβάνονται περιοδικά, θα διευκόλυνε τη διερεύνηση του φαινομένου.
[§2] Σε μια πρόχειρη λοιπόν κατάταξη, μια πρώτη κατηγορία αποτελεί ο γενικευμένος ή αόριστος διάλογος. Το είδος αυτό του διαλόγου χαρακτηρίζεται από μεγάλη ασάφεια, τόσο ως προς τους συμμετέχοντες όσο και ως προς τους στόχους του. Παρά την ένταση μάλιστα, που εμφανίζει κατά καιρούς, κανένας δε φαίνεται να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμά του. Γι’ αυτό και ως επί το πλείστον ανταλλάσσονται όχι επιχειρήματα, αλλά εκθέσεις ιδεών. Χαρακτηριστική περίπτωση ο λεγόμενος «κοινωνικός διάλογος». Αρχίζει πάντοτε με κυβερνητική πρωτοβουλία, αλλά εν πολλοίς συνεχίζεται ερήμην της. Ακόμα και οι διαλεγόμενοι είναι ακαθόριστοι και οι προθέσεις τους άγνωστες.
[§3] Σε μια δεύτερη κατηγορία διαλόγου, που θα αποκληθεί εδώ «διάλογος-προπέτασμα», τα αιτήματα είναι μόνον οικονομικά, και μάλιστα συντεχνιακής μορφής. Ωστόσο, καλύπτονται από αναφορές στο γενικό συμφέρον και συγκινητικές επικλήσεις για το μέλλον της χώρας, οι οποίες βέβαια ατονούν ως διά μαγείας, ευθύς ως γίνουν αποδεκτά τα οικονομικά αιτήματα, που παραμένουν πάντοτε στο ημίφως.
[§4] Ο τηλεοπτικός διάλογος συνιστά την τρίτη κατηγορία διαλόγου και μια νεότερη κατάκτηση της δημοκρατικής μας ζωής. Έχοντας μάλιστα αποκτήσει μεγάλη επιρροή, υπονομεύει θεσμούς παραδοσιακούς, που στην ιδέα του διαλόγου και της κριτικής στηρίζουν την ύπαρξή τους: τη Βουλή των Ελλήνων, για παράδειγμα. Ενώ τα διεξαγόμενα στη Βουλή σπάνια ελκύουν την προσοχή των πολιτών, οι διάλογοι στην τηλεόραση, είτε μέσω παραθύρων είτε σε άνετες πολυθρόνες και τραπέζια, έχουν μεγάλη απήχηση. Δεν είναι μάλιστα σπάνιες οι φορές που επιλύονται μέσω των παραθύρων και πιεστικά προβλήματα. Η εικόνα ωστόσο δεν έχει μόνον αρνητικά στοιχεία. Συχνά η τηλεόραση, αλλά ιδίως το ραδιόφωνο, λειτουργούν ως κύτταρα πραγματικής δημοκρατίας. Αποτελούν έτσι το καταφύγιο του πολίτη, που αισθάνεται αδύναμος να διαπεράσει την κρατική αδράνεια και την αδικία.
[§5] Ένα άλλο είδος διαλόγου, που θα αποκληθεί διάλογος χαρακωμάτων, κατέχει επίσης δεσπόζουσα θέση στην ελληνική ζωή. Το περίεργο αυτό είδος ενδημεί εκεί όπου η κοινωνική σύγκρουση είναι ήδη μεγάλη και οι συνέπειές της δυσβάστακτες. Ανάμεσα ωστόσο στις κραυγές και στην κοινωνική αναστάτωση, εξακολουθεί πάντοτε να κυκλοφορεί το αίτημα του διαλόγου. Αυτό το είδος διαλόγου μοιάζει σαν να ακούγονται στα χαρακώματα αμέριμνα τραγούδια, ενώ γύρω σφυρίζουν οι οβίδες και βρυχώνται οι ερπύστριες.
[§6] Χάρις ωστόσο στη σύγχρονη τεχνολογία, αργά αλλά σταθερά αναδύεται ένα νέο είδος διαλόγου: εκείνος του διαδικτύου. Εδώ κάποια χαρακτηριστικά του ελληνικού διαλόγου οδηγούνται στην αποθέωσή τους: η θεματολογία είναι απεριόριστη, σκοπός δεν υπάρχει ούτε προ-καθορισμένο τέλος· ακόμα και η ταυτότητα των διαλεγομένων είναι συνήθως άγνωστη. Ο διάλογος μέσω του διαδικτύου έχει την αυθεντικότητα του παλιού καφενείου.
[§7] Παρά λοιπόν την αναμφισβήτητη κυριαρχία του διαλόγου στον εθνικό μας βίο, στην ψυχοσύνθεσή μας είναι βαθιά ριζωμένη η αδυναμία μας να ακούσουμε: ο Έλληνας συνήθως δεν προσέχει τι λέει ο συνομιλητής του· είναι πεπεισμένος εξαρχής για το δικό του δίκιο, τα επιχειρήματά του άλλου δεν τον αφορούν, ακόμα και αντικειμενικά στοιχεία ή αριθμοί παραμερίζονται προκειμένου να υποστηριχθεί μια δεδομένη θέση. Αν η ψυχοσύνθεση αυτή διαμορφώθηκε από τις ιστορικές μας περιπέτειες ή από μια παιδεία λειψή, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Δεν είναι έτσι περίεργο ότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού διαλόγου συνίσταται από παράλληλους μονόλογους. Αν αναλογιστεί κανείς ότι τη φιλοσοφική όσο και διανοητική αξία του διαλόγου δίδαξαν οι παλαιοί Έλληνες, το γεγονός προκαλεί ασφαλώς μελαγχολία.