Εισαγωγικό σημείωμα: Ο Μάριος Πλωρίτης (1919-2006) ήταν επιφυλλιδογράφος, μεταφραστής, κριτικός, λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας. Στο κείμενο που ακολουθεί καταθέτει τις προσωπικές του απόψεις στο ζήτημα της «κρίσης» της ελληνικής γλώσσας.
[§1] Στις συζητήσεις και τις ιερεμιάδες για τα «πάθη» της Δημοτικής ακούγεται συχνά πως η γλώσσα μας όλο και «φτωχαίνει», όλο και συρρικνώνεται το λεξιλόγιό της, ενώ παράλληλα κατακλύζεται από πλήθος κακόζηλες λέξεις, που εισάγονται ατελώς απ’ έξω ή κατασκευάζονται ευτελώς εδώ. Πόσο βάσιμες είναι αυτές οι ανησυχίες; Και σε ποιο βαθμό απειλούν την υπόσταση της γλώσσας μας, όπως λέγεται πότε – πότε; Ας δούμε μια – μια τις περιπτώσεις και τις επιπτώσεις τους.
[§2] Δε «φτωχαίνει» μια γλώσσα όταν, με το πέρασμα των χρόνων, αχρηστεύονται και χάνονται ορισμένοι τύποι της. Είναι αδήριτος νόμος της γλωσσικής εξέλιξης ν’ «αποβάλλονται» όσα δεν υπηρετούν πια τη γλωσσική επικοινωνία -νόμος που κανένας γλωσσαμύντορας ηνίοχος δεν μπορεί να τον αναχαιτίσει. Τέτοιες «αβαρίες» σημειώνονται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Σ’ εμάς, λ.χ., ο δυικός αριθμός εξαφανίστηκε απ’ την αλεξανδρινή εποχή, και καταπόδι τον ακολούθησε η ευκτική. Η δοτική παραμερίστηκε στο Βυζάντιο, το απαρέμφατο χάθηκε στη μεταβυζαντινή «κοινή». Ωστόσο, η γλώσσα δε «φτώχυνε» -εξελίχθηκε φυσιολογικά. Άλλοι τύποι -είτε πιο απλοί, είτε περιφραστικοί- πήραν τη θέση των «χαμένων». Κι όσο κι αν θρηνολόγησαν ή θρηνολογούν ακόμα μερικοί για την αδόκητη απώλεια απαρεμφάτων και δυικών, τον τελευταίο λόγο τον έχει, παντού και πάντα, ο μεγάλος γλωσσικός νομοθέτης, ο λαός.
[§3] Δε «φτωχαίνει» μια γλώσσα όταν απλουστεύεται η ορθογραφία της κι ο τονισμός της. Λίγοι, νομίζω, υποστηρίζουν πια την ακραία λύση: την αντικατάσταση της ιστορικής ορθογραφίας με καθαρά φωνητική. Αυτό το τελευταίο, ναι, θα ήταν φτώχεμα της γλώσσας, γιατί η ιστορική ορθογραφία περικλείει και μεταφέρει την παράδοση, την ιστορία, το «ήθος» μιας γλώσσας. Και πολύ λίγο «ελληνικές» θα μας φαίνονταν γραφές όπως: «ι κιβέρνισι κε ι αντιπολίτεφσι ετιμάζοντε για τιν εκλογικί αναμέτρισι»… Αλλά η γλώσσα δεν παθαίνει τίποτα, αν απλοποιηθούν ορισμένοι ορθογραφικοί τύποι της που έχουν χάσει κάθε νόημα πια. Σε τι ζημιώθηκε, αλήθεια, η νεοελληνική επειδή «συνταξιοδοτήσαμε» τις υπογεγραμμένες και τις υποτακτικές, τις βαρείες και τα ρ με δασεία (!) και τ’ άλλα τέτοια δασκαλίστικα «χαρχάλια»; Όσο για την υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος, νομίζω πως έχει γίνει πια κοινή συνείδηση ότι «τα περισσά πνεύματα εκ του πονηρού ή έστω εκ του περιττού εστί».
[§4] Αντίθετα, δεν «πλουταίνει» πάντα μια γλώσσα η εισροή ξένων λέξεων στο αίμα της. Τέτοιες επιδρομές γνώρισαν, φυσικά, όλες οι γλώσσες της οικουμένης -και η ελληνική έχει «δανείσει» άπειρες λέξεις σ’ άπειρες συναδέλφους της. Αυτός στάθηκε, άλλωστε, ο μοναδικός «ιμπεριαλισμός» μας. Τώρα, αντιστράφηκαν οι όροι, και το φαινόμενο της ξενικής εισβολής έχει πάρει διαστάσεις ιλαράς, τόσο εξαιτίας της πατρογονικής ξενομανίας μας (λίγα «γαλλικούλια» ή «αγγλικούλια» δίνουν άλλο «σικ» στην «κονβερσασιόν»), όσο κι εξαιτίας των αμέτρητων ξένων τεχνικών κι επιστημονικών όρων, που μπαίνουν ατελώνιστοι στη γλωσσική μας επικράτεια. Αν το πρώτο είναι γελοίο, το δεύτερο ήταν «μοιραίο», αφού επιστήμη και τεχνολογία μάς έρχονται απέξω, κουβαλώντας και τους όρους που τις εκφράζουν. Ελάσσων προσπάθεια (πού να σπαζοκεφαλιάζουμε τώρα να μεταφράζουμε ορολογίες!) και μείζων ξενοπληξία συνεργήσανε ώστε, σήμερα, ένα μέρος του λεξιλογίου μας να μοιάζει με κουρελού από λογής – λογής ξενικά ρετάλια, κι η νεοελληνική πάει να γίνει «ένα ελληνόμορφο εσπεράντο», «μια γλώσσα εξευτελισμένη, πολύσπερμη και ασπόνδυλη», όπως φοβόταν ο Σεφέρης χρόνια και χρόνια πριν.
[§5] Η γλώσσα μας, που άντεξε σε τόσες «βάρβαρες» επιδρομές, κινδυνεύει τάχα απ’ την πρόσφατη, «ειρηνική» εισβολή του εξ Εσπερίας «πολιτισμού»; Ο κίνδυνος είναι ίσως σοβαρότερος σήμερα, και επειδή ο αριθμός των ξένων λέξεων είναι πολύ μεγαλύτερος και επειδή όχι μόνο καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται στην επέλασή τους, αλλά αντίθετα τους ανοίγονται όλες οι κερκόπορτες απ’ τους Εφιάλτες της επιπολαιότητας, της ξενολατρίας, του σνομπισμού, του κρετινισμού. Και το πράγμα γίνεται ακόμα χειρότερο, επειδή δε μας φτάνει ν’ αρπάζουμε όποια ξένη λέξη βρούμε μπροστά μας, αλλά και κατασκευάζουμε ξενοειδή λεκτικά τέρατα για τα προϊόντα μας, θέλοντας να τους δώσουμε ευρωπαϊκό χρώμα! (σπορτέξ, μομπιλέξ, ραπτέξ, ηλιθιέξ…).
[§6] Αυτή η άκριτη, κακόγουστη, νεοπλουτίστικη εκβαρβάρωση της γλώσσας μας είναι πραγματικά ολέθρια. Κι αν είχαμε λίγη έγνοια για τη γλώσσα μας, θα κάναμε αυτό που έχουν από καιρό κάνει οι Γάλλοι: θα συστήναμε μια επιτροπή από γλωσσολόγους κι άλλους ειδικούς, για ν’ αποδώσει υπεύθυνα τους ξένους όρους στα ελληνικά και να καθιερώσει το σωστό νόημα και τη χρήση τους. Αλλά αυτά είναι για τους κουτόφραγκους. Εμείς, οπαδοί της «ελεύθερης σκοποβολής», προτιμάμε ν’ αφήνουμε την «ενημέρωση» των Ελλήνων και τον «εξευρωπαϊσμό» τους στα χέρια του οποιουδήποτε αγράμματου μεταφραστή ή δαιμόνιου «μπίζνεσμαν», που ασχημονούν ακατάσχετα, αναίσχυντα κι ανεξέλεγκτα.