Εισαγωγικό σημείωμα: Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ομιλία που απηύθυνε ο Οδυσσέας Ελύτης προς την ελληνική κοινότητα της Στοκχόλμης τον Νοέμβριο του 1979. Δημοσιεύτηκε από το Αθηναϊκό ‒ Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων στις 13 Ιανουαρίου του 2012.
Αγαπητοί φίλοι,
περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η «Εβδομάδα Νόμπελ» και ύστερα να ’ρθω σ’ επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένοιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι. Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις. Άλλα ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να τη βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες. Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική, που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
[…] Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου την ψυχή όλου του ελληνικού λαού. Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκιο και για τη λευτεριά. Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη. Όχι δική μου νίκη. Δική σας.
Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη, ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια, μην ξεχνάτε την πατρίδα μας, και προ παντός τη γλώσσα μας. Πρέπει να ’σαστε περήφανοι, να ’μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας. Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό «ουρανό» και τη θάλασσα «θάλασσα» όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω. Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε. Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα.
Ευχαριστώ