Ο Μάικλ Σαντέλ είναι καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Το απόσπασμα της συνέντευξης που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα La Stampa με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «Η τυραννία της αξίας».

Καθηγητή Σαντέλ, από πότε η αξιοκρατία μετατράπηκε σε τυραννία των ελίτ;

Όλα άρχισαν στις δεκαετίες 1980 και 1990, με τη γέννηση της απόλυτης πίστης στην αγορά. Είναι ενδιαφέρον όμως να σημειώσουμε ότι, αν και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν και η Μάργκαρετ Θάτσερ νίκησαν στις εκλογές με την ιδέα ότι η κυβέρνηση ήταν το πρόβλημα και η αγορά ήταν η λύση, το αξίωμα σύμφωνα με το οποίο η αγορά είναι το κυριότερο εργαλείο για την πραγμάτωση του κοινού καλού εφαρμόστηκε αργότερα και από τον Μπιλ Κλίντον, τον Τόνι Μπλερ, τον Γκέρχαρντ Σρέντερ κι έπειτα από τον Ομπάμα.

Λέτε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είναι ένα σύμβολο της νίκης της αγοράς επί της κοινωνικής δικαιοσύνης;

Λέω ότι το μήνυμά του –«Σπούδασε, πάρε ένα πτυχίο, αυτό που κερδίζεις εξαρτάται από αυτά που γνωρίζεις, αν προσπαθήσεις θα μπορέσεις να τα καταφέρεις»– ήταν μόνο φαινομενικά εμπνευσμένο, επειδή παραγνώριζε την προσβολή που υπονοείται στη ρητορική περί αξιοκρατίας, το ότι δηλαδή «αν δεν τα καταφέρεις, αν χάσεις στην πάλη της παγκοσμιοποίησης, αν αποτύχεις, θα φταις εσύ».

Δεν νομίζετε ότι το πρόβλημα έγκειται στην παγκοσμιοποίηση μάλλον, παρά στην ιδέα ότι μια καλή εκπαίδευση μπορεί να περιορίσει τις βλάβες της;

Αυτό που διαιρεί τις κοινωνίες μας δεν είναι μόνον οι ανισότητες, αλλά είναι και η τάση να τις κρίνουμε, που τις συνοδεύει: αν εκείνοι που τα κατάφεραν το πέτυχαν με την αξία τους και εκείνοι που απέτυχαν ευθύνονται οι ίδιοι για την αποτυχία τους, έχουμε μια κοινωνία νικητών και ηττημένων, με μια πόλωση που είναι φανερή σε όλους. Και είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι πολιτικές της Κεντροαριστεράς, αντί να παρεμβαίνουν ευθέως εναντίον της πολιτικής τής ανισότητας, προτίμησαν να προβάλλουν την ιδέα μιας επανεκπαίδευσης ολικά επικεντρωμένης στην κατάρτιση των ατόμων.

Ο Μπάιντεν διαφέρει;

Στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, υπήρξαν πολλές ενδείξεις από τις οποίες νομίζω ότι ο Τζο Μπάιντεν έχει κατανοήσει πως το ζητούμενο είναι να αποκατασταθεί η αξιοπρέπεια στην εργασία, αντί να προβάλλεται η αξία των ατόμων. Ο ίδιος ο Μπάιντεν είναι ένα παράδειγμα: είναι ο πρώτος πρόεδρος των Δημοκρατικών που δεν προέρχεται από τα μεγάλα πανεπιστήμια, πήρε το πτυχίο του στο Νιούαρκ, είναι πιο κοντινός στους Αμερικανούς της μεσαίας τάξης.

Το αμερικανικό όνειρο, νοούμενο ως δυνατότητα ριζικής αλλαγής του αφετηριακού status των ατόμων, υπάρχει ακόμα;

Το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: το να σκεφτόμαστε, μπροστά στις ανισότητες, ότι η λύση δεν είναι να παρέμβουμε απευθείας σε αυτές, αλλά να θεμελιώσουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα γύρω από την ιδέα της κοινωνικής κινητικότητας, της απόδρασης από το σημείο αφετηρίας μας. Ο μύθος της κινητικότητας μας οδηγεί να αρνούμαστε το πρόβλημα της ανισότητας, το οποίο η πίστη στην ανάπτυξη δεν κατορθώνει να αντιμετωπίσει. Τα γεγονότα όμως μας λένε κάτι άλλο: ότι οι δυνατότητες για όποιον γεννιέται φτωχός στην Αμερική είναι μικρότερες από αυτές που υπάρχουν σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Το αμερικανικό όνειρο είναι ένα ψέμα ή επιβιώνει στην Κοπεγχάγη, όπου η πρόσβαση στο κοινωνικό σύστημα είναι διάχυτη, όπου τα σχολεία εγγυώνται ίσες ευκαιρίες.

Η πανδημία άλλαξε τα πράγματα;

Δημιούργησε νέες ισορροπίες. Όποιοι από μας είχαν το προνόμιο να εργάζονται από το σπίτι τους υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν την εξάρτησή τους από τους εργαζόμενους σε εξωτερικές δουλειές. Δείτε το αποτέλεσμα: πωλητές, νοσηλευτές, παιδιά που παραδίδουν εμπορεύματα, όλα εκείνα τα επαγγέλματα που τείναμε να θεωρούμε ότι έχουν μικρή αξία, τώρα τα αποκαλούν «θεμελιώδεις εργασίες». Ήταν πολλά τα πρόσωπα που συνέβαλαν στο να βελτιωθεί η ζωή της κοινότητας και αυτά δεν ήταν υποχρεωτικά αριστούχοι με πολλά πτυχία ή λύκοι του χρηματιστηρίου. Γιατί πρόσωπα που αποκαλύφθηκε ότι είναι τόσο σημαντικά δεν θα έπρεπε να έχουν μια δίκαιη κοινωνική αναγνώριση; Το να ξεκινάει από την αξιοπρέπεια της εργασίας είναι θεμελιώδες για μιαν αληθινή δημοκρατία.

Γιαλκέτσης, Θ. (2022, 10 Απριλίου). Η αξιοκρατία εδραιώνει την κοινωνική ανισότητα. Η Εφημερίδα των Συντακτών.