Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 1942
Αγαπητή Κίττυ,
μάθαμε με λύπη κι απογοήτευση ότι πολλοί άνθρωποι στράφηκαν εναντίον των Εβραίων. Λένε πως ο αντισημιτισμός έπληξε μερικούς κύκλους, που ποτέ άλλοτε δεν τον διανοήθηκαν. Όλοι μας στο κρησφύγετο είμαστε βαθιά συγκλονισμένοι. H αιτία για το μίσος εναντίον των Εβραίων είναι κατανοητή, ακόμη κι ανθρώπινη κάμποσες φορές, αλλά είναι απαράδεκτη. Οι Χριστιανοί προσάπτουν στους Εβραίους την κατηγορία ότι μπροστά στους Γερμανούς λύνεται η γλώσσα τους, προδίδουν τους προστάτες τους και πολλοί Χριστιανοί, εξαιτίας τους, υφίστανται τη μοίρα και τα βάσανα τόσων και τόσων δικών μας.
Πάνω σ’ αυτό, λογικά αναρωτιέται κανείς: γιατί, λοιπόν, γίνεται αυτός ο ατέλειωτος κι οδυνηρός πόλεμος; Μας λένε συνέχεια ότι πολεμάμε όλοι μαζί για τη λευτεριά, για την αλήθεια και το δίκιο. Αν ο διαχωρισμός εκδηλώνεται πια στο αποκορύφωμα της μάχης, ο Εβραίος δεν θα βγει άραγε, ακόμα μια φορά, κατώτερος από έναν άλλον; Θεέ μου! Τι θλιβερό που είναι να παραδέχεσαι το παλιό ρητό: «Η κακή πράξη ενός Χριστιανού φορτώνεται στον ίδιο· η κακή πράξη ενός Εβραίου φορτώνεται σ’ όλους τους Εβραίους».
Ο Ντούσσελ, ο γιατρός πού μοιράστηκε μαζί μου την καμαρούλα, έχει να μας πει ένα σωρό πράγματα για τον έξω κόσμο, τώρα πια που πάψαμε ν’ ανήκουμε σ’ αυτόν. Οι ιστορίες του είναι θλιβερές. Πολλοί φίλοι εξαφανίστηκαν. Η τύχη τους μας τρομάζει. Κάθε βραδιά χτενίζουν την πόλη τα στρατιωτικά αυτοκίνητα με τους πράσινους μουσαμάδες. Οι Γερμανοί χτυπούν όλες τις πόρτες και ψάχνουν για Εβραίους. Αν βρουν Εβραίους, φορτώνουν στα καμιόνια ολόκληρη την οικογένεια. Όσοι δεν κρύβονται υπογράφουν την καταδίκη τους. Οι Γερμανοί το κάνουν αυτό συστηματικά με τη λίστα στο χέρι, χτυπώντας εκείνη την πόρτα που θα βρουν να τους περιμένει πλούσια λεία. Άλλοτε πάλι, οι δυστυχισμένοι πληρώνουν λύτρα για κάθε κεφάλι. Το πράγμα είναι τραγικό. Το βράδυ βλέπω να περνάνε συχνά αυτές οι λιτανείες των ασθενών με τα παιδιά τους να κλαίνε, να σέρνονται κάτω απ’ τις διαταγές μερικών κτηνανθρώπων, που τους χτυπούν με το μαστίγιο και τους βασανίζουν, ώσπου να πέσουν κάτω. Δεν λυπούνται κανένα, ούτε τους γέρους ούτε τα μωρά ούτε τις έγκυες γυναίκες ούτε τους αρρώστους. Όλοι είναι κατάλληλοι για το ταξίδι προς το θάνατο.
Τι ωραία που είμαστε εδώ, στη σιγουριά και την ησυχία! Θα μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια μπροστά σ’ αυτή την εξαθλίωση, αλλά υπάρχουν αυτοί που μας ήταν αγαπητοί, που φοβόμαστε γι’ αυτούς το χειρότερο, χωρίς να μπορούμε να τους βοηθήσουμε.
Στο ζεστό μου κρεβάτι νιώθω ένα τίποτα, όταν σκέφτομαι τις πιο αγαπητές μου φίλες, που αρπάχτηκαν άγρια και ρίχτηκαν σ’ αυτή την κόλαση. Τρόμος με κυριεύει στην ιδέα πως οι άνθρωποι, οι τόσοι αγαπητοί μου, είναι παραδομένοι αυτή τη στιγμή στα χέρια των πιο ανελέητων δημίων του κόσμου. Μόνο και μόνο γιατί είναι Εβραίοι.
Δική σου,
Άννα
Frank, A. (2000). Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, μετ. Ρένας Χατχούτ. Αθήνα: Πατάκης (διασκευή)