Δευτέρα, 11 Οκτώβρη 1943, Αλεξάνδρεια

Δέκα μέρες χωρίς να κάνω τίποτε, και μου χρειαζότανε. Κάποτε λυπούμαι που δεν έτυχε να μείνω εδώ στην Αλεξάνδρεια όλον αυτό τον καιρό της προσφυγιάς που μ’ έκαναν να σκορπιστώ στους πέντε αγέρηδες. Κάτι θα είχα κάνει· έστω και με τούτη τη θάλασσα, έστω και με τούτο το λιμάνι. Τα ποτάμια δεν παρηγορούν, θέλουν χαρούμενη καρδιά· το ίδιο ο Σηκουάνας, το ίδιο ο Τάμεσης, το ίδιο και ο Νείλος. Τα ποτάμια σ’ αφήνουν πάντα πίσω, καθώς κυλούν, μ’ αυτά που έχεις, πίκρες, βάσανα, απελπισίες. Η θάλασσα λυτρώνει. Ένας άνθρωπος στην ακροποταμιά: από τις πιο θλιβερές εικόνες που υπάρχουν.

Αδύνατο να βολευτώ με καμιάν άλλη μυθολογία (πλησίασα τόσες από τότε που έφυγα από την Ελλάδα) εκτός από εκείνη που ήξερα. Το είχα ολοένα στο νου μου, καθώς έγραφα για τη θάλασσα ό,τι μου περνούσε από το κεφάλι. Πάνε κι αυτές οι μέρες. Τόσο περίεργο αυτή η Μέση Ανατολή· πώς αλέθει τους ανθρώπους· τους καταπίνει, τους χωνεύει: παρατηρώ αυτούς που έρχονται από την Ελλάδα· είναι ό,τι είναι, άνθρωποι· έπειτα από δυο εβδομάδες, βάλε τρεις, αρχίζουν κιόλας να γίνουνται σαν εμάς.

 

Σεφέρης, Γ. (1977). Μέρες Δ΄. Αθήνα: Ίκαρος.