Όταν είσαι έφηβος, δεν μπορείς να ξέρεις ποιος είσαι και τι θα κάνεις στη ζωή σου. Είναι φυσιολογικό ένας νέος να αισθάνεται μπερδεμένος. Σε όλους μας έχει συμβεί αυτό.

Όποιος νέος άνθρωπος διαβάσει αυτό το βιβλίο, θα δει ότι κι εγώ, όταν ήμουν δεκατεσσάρων ή δεκαπέντε χρονών, δεν είχα ιδέα τι θα ακολουθούσε, και πίστευα διάφορα άστοχα πράγματα για τον εαυτό μου και τη ζωή μου. Η πορεία μου δεν προέκυψε επειδή, ως έφηβος, κάθισα ένα απόγευμα για να σκεφτώ τη ζωή μου και την καριέρα μου, και να αποφασίσω τον δρόμο που θα ακολουθούσα. Όπως όλα τα αγόρια της ηλικίας μου, το μυαλό μου ήταν κυρίως επικεντρωμένο σε σεξουαλικά θέματα, και οι βασικές μου έγνοιες και ασχολίες ήταν τα κορίτσια και το ποδόσφαιρο. Στο ερώτημα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, απαντούσα «χημικός».

Ευτυχώς, από το τέλος της τρίτης γυμνασίου όλα άρχισαν να αλλάζουν μέσα μου. Ξεκίνησε μια διαδικασία στο μυαλό μου και σιγά σιγά συνειδητοποιούσα πως, αν συνέχιζα αυτά που έκανα, η ζωή μου θα μου ξέφευγε. Έπαιζα κάθε μέρα ποδόσφαιρο, που μου άρεσε πολύ, και με τον καλύτερό μου φίλο, τον Γιώργο, πηγαίναμε βόλτες στο Κολωνάκι, όπου πολύ συχνά βρισκόμασταν έξω από το Γαλλικό Ινστιτούτο, για να χαζέψουμε τα κορίτσια την ώρα που θα σχολούσαν. Παρότι περίμεναν και πολλοί γονείς απέξω, εμείς ψάχναμε, με το βλέμμα γεμάτο αγωνία, για κάποιο κορίτσι που θα μας κοιτούσε με νόημα, μόνο και μόνο για να νιώσουμε ότι αρέσουμε και για τη χαρά του φλερτ. Ένα απόγευμα του Μαΐου, λοιπόν, συνέβη ένα καθοριστικό για μένα περιστατικό: ήμασταν και πάλι εκεί, όταν έπιασε μια ανοιξιάτικη μπόρα, και τρέξαμε να προφυλαχτούμε μαζί με τους γονείς που περίμεναν τα παιδιά τους, στο υπόστεγο του Ινστιτούτου. Ξαφνικά, όλη αυτή η κατάσταση με έκανε να αισθανθώ τελείως άδειος μέσα μου: «Γιώργο, τέρμα. Είναι η τελευταία φορά που έρχομαι», του είπα. «Δημήτρη, λες βλακείες», ήταν η απάντησή του.

Ήταν πράγματι η τελευταία φορά που πήγα, και έτσι σιγά σιγά ξεθώριασε και η φιλία μας. Ακόμα θυμάμαι την απογοήτευση και τον θυμό που είχα νιώσει για τον εαυτό μου. Θυμάμαι την επιτιμητική σκέψη που έκανα για μένα: «Γι’ αυτό που έρχεσαι να κάνεις εδώ είσαι γεννημένος». Η ίδια η απογοήτευση για τον εαυτό μου μου έδωσε τη δύναμη που χρειαζόμουν για να αλλάξω εντελώς δρόμο από εκείνη τη μέρα.

Μου άρεσε πολύ να έχω σχέση με κορίτσια, αλλά όχι με αυτό τον εξευτελιστικό τρόπο και με τέτοιο χάσιμο χρόνου. Από εκείνη τη στιγμή, έγινε ακόμα πιο έντονη η επιθυμία μου να μη χάνω χρόνο και μετατράπηκε σε πραγματική μανία.

Από τότε άλλαξε, ξαφνικά, και μια άλλη συνήθεια που είχα με τους φίλους των εφηβικών μου χρόνων. Το καθημερινό μας πάθος και διασκέδαση ήταν να παίζουμε ποδόσφαιρο, αλλά αρκετά συχνά πηγαίναμε και στον κινηματογράφο. Από τότε άρχισα να θέλω να βλέπω ορισμένες ταινίες χωρίς παρέα. Έτσι, λοιπόν, είδα μόνος μου, σε έναν καλοκαιρινό κινηματογράφο στου Ζωγράφου το Ντόλτσε Βίτα και το 8% του Φελίνι, δύο ταινίες που επηρέασαν πολύ τη ματιά μου για τη ζωή. Και στα δύο έργα είχα βγει από το σινεμά με δάκρυα στα μάτια. Τι μαγικό συναίσθημα ήταν εκείνο…

Όταν κάποιος αποφασίσει οριστικά, χωρίς επιστροφή, να μη χάνει πλέον χρόνο σχετικά με αυτό που θέλει να κάνει στη ζωή του, πολύ γρήγορα διαπιστώνει ότι αναπόφευκτα μπαίνει σε μια μοναχική πορεία.

 

Νανόπουλος, Δ. & Προβατάς, Μ. (2015). Στον τρίτο βράχο από τον ήλιο. Μία ζωή, η επιστήμη κι άλλα παράλληλα σύμπαντα. Αθήνα: Πατάκης.